γλυκάνισον

γλῠκ-άνισον, τό,
A = ἄνισον ( = ἄνηθον), Sch.Theoc.7.63.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκάνισον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκανίσου — γλυκάνισον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκάνισο — ονοετής πόα, της οικογένειας των σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι πιμπινέλα το άνισο. Καλλιεργείται από την αρχαία εποχή για τα σπέρματά του, τα οποία μαζεύονται λίγο πριν ωριμάσουν τελείως, γιατί τότε πέφτουν και σκορπίζονται. Το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.